Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Τα "Ηθη και τα "Εθιμα παραδοσιακού Γάμου στην Αργιθεα !!!

Οι ετοιμασίες ξεκινούσαν μια βδομάδα πριν το γάμο. Την Δευτέρα και την Τρίτη οι γονείς του γαμπρού και της νύφης έβγαιναν να κα­λέσουν φίλους και συγγενείς στο γάμο κερνώντας τους κρασί και γλυκά. Εκείνοι με την σειρά τους έδιναν κρέας, ζυμωτό ψωμί και κρασί για να φαγωθούν στο γαμήλιο γλέντι. Κάποιοι, που ήταν πιο ευκατάστατοι έδιναν ένα ζωντανό αρνί στολισμένο με κορδέλες και κουδούνια για να σφαχτεί την ημέρα του γάμου.
Την Τετάρτη οι φίλοι του γαμπρού και της νύφης πήγαιναν στο μύλο για να αλέσουν το γαμπριάτικο και το νυφιάτικο σιτάρι. Όσο πε­ρίμεναν να τελειώσει ο μυλωνάς έτρωγαν ψωμί και τυρί και έπιναν κρασί που είχαν πάρει μαζί τους και όταν τελείωναν έπιαναν το τρα­γούδι και το χορό.
Βιργή μου, ποιος τον κάνει τούτο το νιο το γάμο; Πατέρας μου τον κάνει τούτο το νιο το γάμο, με τα άνθη, με τα ρόιδα, με την αγάπη πάνω.
Περδικούλα γκιορτινάτη κι όμορφο πoυλ_ κει στα πλάγια που κοιμάσαι και στα πετρωτά, δε φοβάσαι τα γεράκια και το σταυραετό; Τα γεράκια τα έχω αδέρφια και το σταυραετό.
Όταν ο μυλωνάς τελείωνε το άλεσμα, που ήτανε το δώρο του για τους μελλόνυμφους, έπαιρναν το αλεύρι και το πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης όπου το γλέντι συνεχιζόταν. Την Πέμπτη μαζεύονταν στα δύο σπίτια παιδιά που και οι δυο γονείς τους ήταν ζωντανοί και κοσκίνιζαν το αλεύρι λέγοντας τραγούδια και χορεύοντας. Ο αριθμός των παιδιών έπρεπε να ήταν μονός                                                                                                         Πυκνό, πυκνό το κόσκινο κι αφράτο το προζύμι, κι η κόρη που το ζύμωσε με μάνα, με πατέρα. "Ευχήσου με, μανούλα μου, στα πρώτα τα προζύμια" "Με την ευχή μου, κόρη μου, και με της Παναγίας" 'Έυχήσου με, πατέρα μου, στα πρώτα τα προζύμια" "Με την ευχή μου, κόρη μου και με της Παναγίας" 'Έυχήστε με, αδερφάκια μου, στα πρώτα τα προζύμια" "Με την ευχή μας, αδερφή, και με της Παναγίας" 'Έυχήστε με, γειτόνισσες και σεις οι φιλενάδες" "Με την ευχή μας, φίλη μας και με της Παναγίας".

Κατόπιν πασπάλιζαν με το αλεύρι τα κεφάλια του γαμπρού και της νύφης δίνοντας ευχές:
"Να ζήσετε, να χρονίσετε, μαζί να γεράσετε και να ασπρίσετε".
Έπειτα έπιαναν προζύμι και ζύμωναν τις γαμήλιες κουλούρες που τις στόλιζαν με λουλούδια και άλλα σχήματα να γίνουν όσο πιο όμορφες γινόταν. Σ' όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας και του ψησίματος γινόταν μεγάλο γλέντι.
Φέρτε σίτα από την Πόλη και σκαφίδα από το Ζαγόρι, να σιτίσουμε το αλεύρι, να αναπιάσουμε προζύμι, να ζυμώσουμε κουλούρα, να κινήσουμε το γάμο, για να φάνε οι συμπεθέροι και μαζί τους οι μπουκτσιάδες. Ανάχλιο, ανάχλιο το νερό κι αφράτο το προζύμι. Κι η κόρη, που το ζύμωνε, με μάνα και πατέρα.
Όταν ήταν έτοιμες οι κουλούρες τις πήγαιναν στο σπίτι που θα ζούσε το ζευγάρι.
 Την Παρασκευή μαζεύονταν στο σπίτι της νύφης όλοι οι συγγενείς της και δίπλωναν τα προικιά της. Μόλις τα ετοίμαζαν έρχονταν οι προιγκιόρες, τα συμπεθέρια δηλαδή από την πλευρά του γαμπρού, για να τα πάρουν. Τα προικιά ήταν φλοκάτες, κιλίμια, μαξιλάρια, πατάκια, κουβέρτες πλεχτές, κουρτίνες καθώς και κεντήματα και πλεκτά με το βελονάκι που είχε φτιάξει με τα χέρια της η νύφη. Τα προικιά έπρεπε να τα κουβαλήσουν δυο αγόρια και ένα κορίτσι που τα ασήμωναν όλοι. Εν τω μεταξύ έπαιζαν τα όργανα τραγούδια του γάμου.
Ευχήσου με, πατέρα μου, να μάσω τα ρουχάκια μ'. Ευχήσου με, μανούλα μου, να μάσω τα ρουχάκια μ'. Φχηθείτε με, αδερφάκια μου, να μάσω τα ρουχάκια μ'. Δίπλες διπλώστε τα προικιά, θα γείρουν ράχες και βουνά, Μην τα ξεσκίσουν τα κλαριά. Διπλώστε τα προικιά καλά, μην τα γελάσει η πεθερά.
 Το Σάββατο γινόταν το γλέντι στο σπίτι της νύφης που συνεχιζόταν ως την Κυριακή, την ώρα που η νύφη θα έφευγε για την εκκλησία. /Ετρωγαν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Μόνο η νύφη ξεκουραζόταν τοβράδυ.
 Ενα Σάββατο βράδυ, μια Κυριακή πρωί,
όλοι μ' έδιωχναν κι όλοι μου λέγαν φεύγα. Κι ο πατέρας μου κι αυτός φεύγα μου λέει. Φεύγω κλαίγοντας, φεύγω παραπονιώντας. Κι η μανούλα μου κι αυτή μου λέει φεύγα. Φεύγω κλαίγοντας, φεύγω παραπονιώντας. Βάστα, πατέρα μ', την καρδιά να σας αφήκω την υγειά. Θέλω να αφήκω την υγειά, μα δε μ' αφήνει η καρδιά. Λιώσαν τα χιόνια στα βουνά, βάστα, μανούλα, την καρδιά. Θέλω να αφήκω την υγειά, μα δε μ' αφήνει η καρδιά. Βαστάτε, αδέρφια, την καρδιά, όσο να αφήκω την υγειά. Θέλω να αφήκω την υγειά, μα δε μ' αφήνει η καρδιά.
 Οταν ξυπνούσε με το καλό η νύφη το πρωί την έντυναν και τη χτένιζαν οι ανύπαντρες. Το φόρεμα όμως το νυφικό, που πολλές φορέςδεν ήταν άσπρο, έπρεπε να τη βοηθήσει να το φορέσει ένα ανύπαντρο αγόρι.
Ωρέ, νυφούλα μ' ποιος σε στόλισε και σ' ήβρα στολισμένη; Η μάνα μου με στόλισε και μ' ήβρες στολισμένη. Είχα αντράδερφο στα ξένα, τώρα περιμένω νά 'ρθει. Να μου φέρει τα παπούτσια, να μου φέρει και το πέπλο.Τα παπούτσια δεν τα φορούσε παρά μόνο όταν ερχόταν τα μπρατίμια, δηλαδή οι καρδιακοί φίλοι του γαμπρού. Τα έφερναν πάνω σεέναν ασημένιο δίσκο μαζί με κουφέτα, ρύζι και ροδοπέταλα. Έβαζαν τη νύφη να πιει κρασί από το ένα παπούτσι και μετά έκαναν αστεία και προσπαθούσαν να της τα φορέσουν ανάποδα. Τελικά η νύφη τους ασήμωνε, φορούσε τα παπούτσια της και έβγαινε να χορέΨει μαζί τους. Εν τω μεταξύ τα ανύπαντρα κορίτσια έγραφαν τα ονόματά τους κάτω από τα παπούτσια κι όταν η νύφη επέστρεφε από τογάμο έβλεπαν πιο όνομα είχε σβηστεί για να καταλάβουν ποια θα ήταν η επόμενη που θα παντρευτεί.
 Τα μπρατίμια μετά την επίσκεψη στην νύφη πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού για να του πουν ότι η νύφη είναι έτοιμη. Εκείνος ευχαριστημένος καθόταν στο σαλόνι του σπιτιού, περιτριγυρισμένος από ανύπαντρες κοπέλες, για να τον ξυρίσουν ενώ οι καλεσμένοι τραγουδούσαν.
 Ξουρωτε το γαμπρό καλά θα διαβεί ράχες και βουνά μην τον γελάσει η πεθερά. Ξυράφια από τα Γιάννενα κι ακόνι από την Πρέβεζα.
 Κατόπιν με τραγούδια και χορούς κινούσαν για την εκκλησία όπου περίμεναν τηνύφη και γινόταν το μυστήριο. Μετά το γάμο το ζευγάρι πήγαινε στο σπίτι όπου θα διέμενε. Εκεί τους περίμενε η μάνα του γαμπρού. Από την προηγούμενη μέραείχε ετοιμάσει ένα μήλο στο οποίο είχε μπήξει κέρματα και είχε τυλίξει με ένα αλουμινόχαρτο. Το έδινε στη νύφη κι αυτή το πετούσεστους καλεσμένου ς της που της τραγουδούσανε τραγούδια για να τηςφέρουν γούρι στο καινούριο σπιτικό της.
"Νύφη μ' εδώ που σ' έφερα, εδώ να καμαρώσεις. Σαν κυπαρίσσι να σταθείς, σα δέντρο να ριζώ-σεις και σα μηλιά, γλυκομηλιά, ν' ανθίσεις, να καρπίσεις.
Να κάμεις γιους μαλάματα και τσιούπρες ασημένιες. Οι γιοι να πάνε στο σχολειό κι οι τσιούπρες στα κεντίδια.
Μετά η πεθερά έδινε στους νιόπαντρους να φάνε μέλι από το ίδιο κουτάλι και να πιουν κρασί από το ίδιο ποτήρι. Τους έβαζε στο κεφάλι τους τις κουλούρες που είχαν ετοιμάσει απότην Πέμπτη, τις κομμάτιαζε καιέβαζε τα κομμάτια κάτω από τις μασχάλες τους για να είναι χορτάτοι όλοι στο σπίτι. Ο γαμπρός σήκωνε τη νύφη στην αγκαλιά του τηνπερνούσε από το κατώφλι και την έβαζε πάνω στο νυφικό κρεβάτι. Της έδιναν ένα μωρό, το πιο μικρό που είχαν, να το κρατήσει στην αγκαλιά της, για να αποκτή σει κι αυτή σύντομα δικάτης παιδιά. Η νύφη το ασήμωνε και κατόπιν σηκωνόταν και πήγαινε στο σαλόνι όπου κάθονταν να πιεικαφέ από της πεθεράς ταχέρια.
Ακολουθούσε γλέντι όπου άνοιγε το χορό η νύφημε τους συγγενείς του γαμπρού οι οποίοι της κρεμούσαν στο νυφικό χρήματα.
Έβγα μανούλα του γαμπρού, να δεις τη νύφη στο χορό, πως σειέται, πως λυγιζεται, πως βεργοκαγκελιζεται. Κι από φλουρί δεν φαίνεται. Πως πέφτουν τα 'νθια απάνω της, τα μήλα στην ποδιά της, Για δες τε την πως περπατεί σαν άγγελος με το σπαθί.
Το ίδιο γινόταν με τον γαμπρό και το σόι της νύφης.
Ο ήλιος ήταν ο γαμπρός και το φεγγάρι η νύφη. Όσα αστεράκια έχει ο ουρανός όλα ήταν συμπεθέροι. "Νύφη, ποια μάνα σε 'κανε, ποια μάνα σε 'χει θρέψει;"
'Ή μάνα μου ήταν πέρδικα, ο πατέρας μου πετρίτης και εγώ ήμουν περδικόπουλο, το καταπλουμισμένο".
Μετά η νύφη κερνούσε όλους τους παρευρισκόμενους μπακλαβά που είχε φέρει από το πατρικό της. Το ζευγάρι αποσυρόταν με τις ευχές όλων για βίο ανθόσπαρτο, ενώ το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι τοπρωί.
Σήμερα άσπρος ουρανός, σήμερα άσπρη μέρα, σήμερα στεφανώνεται αετός και περιστέρα. Σήμερα ξεχωρι1;ουνε μάνα και θυγατέρα. Σ' αυτό το σπίτι, που 'ρθα γω, πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. Ν' ασπρίσει σαν τον Όλυμπο, σαν το άσπρο περιστέρι.
(Ολα τα στοιχεία που αφορούν τη προφορική παράδοση προέρχονται από το βιβλίο του Γυμνασίου Βραγκιανών, η προφορική παράδοση στο Δήμο Αχελώου)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου